GR US

Γιάννης Παπαϊωάννου: η ανόθευτη ψυχή του ρεμπέτικου

Γράφει η Χαραλαμπία Πνευματικού
Γιάννης Παπαϊωάννου: η ανόθευτη ψυχή του ρεμπέτικου

Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ακούσει, έστω μία φορά στη ζωή του, ή να μην έχει σιγοτραγουδήσει κάποιο από τα τραγούδια του Γιάννη Παπαϊωάννου, ακόμη κι αν αγνοεί ότι πρόκειται για δική του σύνθεση.

Για τους λάτρεις του ρεμπέτικου, ο Γιάννης Παπαϊωάννου είναι ένα πρόσωπο ιδιαίτερα αγαπητό, ένα πρόσωπο πλήρως ταυτισμένο με το γνήσιο ρεμπέτικο τραγούδι.

Όσοι τον γνώρισαν προσωπικά, μιλούν για έναν άνθρωπο απλό, καθημερινό, με καθαρή καρδιά και ήθος, ενώ όσοι τον γνωρίζουμε απλώς απ' τα τραγούδια του είναι αδύνατο να μη διαπιστώσουμε τα παραπάνω χαρακτηριστικά μέσα απ' τα πονήματά του. Αδύνατο να μην διακρίνουμε στις συνθέσεις του το βίωμα, το λαϊκό χαρακτήρα, την αγνή ψυχή!

Αυθεντικός εκφραστής της φτωχολογιάς και της κοινωνικής εργατιάς κατάφερε να αγαπηθεί από το λαϊκό κοινό -κι όχι άδικα! Δεν προσποιήθηκε τον λαϊκό,ήταν ο ίδιος λαϊκός. Καταδεκτικός και γλεντζές, καθώς ήταν, δεν είχε απρόσωπες σχέσεις με τους ανθρώπους που αποτελούσαν το ακροατήριό του τα βράδια μα σχέσεις φιλικές, αληθινές. Δεν χαλούσε ποτέ χατίρι σε κανέναν. Δεν αρνιόταν να προσφέρει απλόχερα τη βοήθειά του είτε στο φίλο είτε στον άγνωστο. Έβαζε βαθιά το χέρι στην ψυχή μα... και στην τσέπη, όποτε το απαιτούσαν οι περιστάσεις. Αλλά και τρομερά επαγγελματίας: είτε κακόκεφος είτε λυπημένος, λένε πως, ούτε μία νότα δεν ξέφευγε απ' τα δάχτυλά του. Γνήσιος τεχνίτης του μπουζουκιού.

Η οικογένεια – Τα πρώτα χρόνια

Ο πατέρας του, Παναγιώτης, καταγόταν από την Αττάλεια. Ήταν αρχικαμαρότος στα καράβια, ήδη από την ηλικία των είκοσι δύο ετών. Από την ενασχόλησή του με αυτά είχε αποκτήσει αρκετά χρήματα. Για πολλά χρόνια έκανε το δρομολόγιο της γραμμής Κωνσταντινούπολη - Μουδανιά - Κίος. Σε ένα από αυτά τα ταξίδια του γνώρισε και τη μητέρα του Γιάννη Παπαϊωάννου. Με τη βοήθεια της συζύγου του κατάφερε όχι μόνο να διατηρήσει, αλλά και να αυξήσει την οικογενειακή τους περιουσία στη Μικρά Ασία.

Η μητέρα του, Χρυσή, το γένος Βοναμπάρτη, προερχόταν από ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας της είχε στην κατοχή του ως επί το πλείστον ελαιώνες.

Ο Παναγιώτης και η Χρυσή αποκτούν το μοναχογιό τους, Γιάννη, στις 18 Ιανουαρίου του 1914. Δύο χρόνια αργότερα ο Παναγιώτης έμελλε να χάσει τη ζωή του. Στην ηλικία των δύο ετών ο Παπαϊωάννου μένει ορφανός από πατέρα, ενώ έξι χρόνια αργότερα έρχεται το δεύτερο χτύπημα της μοίρας εναντίον του: η Μικρασιατική Καταστροφή.

Οκτώ χρονών τότε ο Παπαϊωάννου γνωρίζει από πολύ κοντά την προσφυγιά και τη φτώχεια στο πλάι της γιαγιάς και της μητέρας του.
Με τον ερχομό τους στην Ελλάδα διαμένουν αρχικά σε παράγκες στο νησί της Σαμοθράκης. Ύστερα, κατηφορίζουν στον Πειραιά. Κατοικούν προσωρινά σε τσαντίρια, τα οποία φτιάχνουν οι ίδιοι, στην περιοχή του Αγίου Διονυσίου-εκεί, όπου πρωτύτερα υπήρχε νεκροταφείο. Έπειτα, μετοικούν στις Τζιτζιφιές. Ο Γιάννης μαζί με κάποιους θείους του αρχίζει τις βόλτες στην αγορά προκειμένου να προμηθευτεί ξυλεία προς κατασκευή παραγκών. Στις Τζιτζιφιές εκείνην την περίοδο το μόνο που υπήρχε ήταν τέσσερα σπίτια όλα κι όλα και μία παραλία γεμάτη βούρλα και χαντάκια.

Από πολύ νωρίς, ο Παπαϊωάννου έρχεται αντιμέτωπος με γεγονότα συνταρακτικά για τον ψυχισμό ενός παιδιού: με την απώλεια, τον πόλεμο, την προσφυγιά, τη φτώχεια και την πείνα.

Ώσπου να φτάσει σε μία ηλικία που να μπορεί να συνεισφέρει στα οικονομικά της οικογένειάς του, η μητέρα του πουλά τα χρυσαφικά τους. Χρυσαφικά και εικόνες -ό,τι είχε αξία δηλαδή- είχαν πάρει μαζί τους άρον - άρον στη διάρκεια του ξεριζωμού τους από τη Μικρά Ασία.

Στα δεκατέσσερά του χρόνια, λοιπόν, ρίχνεται στη δουλειά- όχι σε μία αλλά σε πολλές. Το σχολείο δεν το ολοκληρώνει ποτέ. Στην Αθήνα υπάρχει νυχτερινή σχολή, όμως, αδυνατεί να την παρακολουθήσει λόγω της καθημερινής του εξάντλησης. Μαζί με κάποιους θείους του αρχίζει να εργάζεται ως ψαράς. Θαλασσοπνίγεται όμως και το μεροκάματο δεν επαρκεί• έχει να θρέψει τρία στόματα.

Εγκαταλείπει τη δουλειά του ψαρά και προσεγγίζει κάποιον άλλο θείο του, μαραγκό στο επάγγελμα και μένει για λίγο καιρό στη δούλεψή του.

Έπειτα, η μάνα του τον βάζει σε ένα συνεργείο φορτηγών αυτοκινήτων στον Άγιο Διονύσιο, στο γκαράζ του Άννινου, το συνεργείο του Γιάννη Κότσια. Ό,τι κερδίζει το ξοδεύει επιτόπου για να ξεπλένει τη μουτζούρα από πάνω του.

Σκληραγωγημένος κι εργατικός, καθώς ήταν, ρίχνεται και στην οικοδομή-σε κάθε λογής δουλειά. Γίνεται εργάτης, σοβατζής, μάστορας, οδηγός... Και κάπως έτσι περνά τη ζωή του ως το 1928 μα την ψυχή του δεν μπορεί να τη μερώσει, γιατί διψά για τραγούδι, τραγούδι απλό κι αυθεντικό.

Γιάννης Παπαϊωάννου: η ανόθευτη ψυχή του ρεμπέτικου

Ποδόσφαιρο ή μουσική;

Το πάθος του Παπαϊωάννου ήταν διττό: αγαπούσε τον αθλητισμό εξίσου με τη μουσική. Από μικρός έπαιζε μπάλα. Ήταν καλός τερματοφύλακας. Η πρώτη ομάδα στην οποία συμμετείχε ήταν η Πέρα - Κλουπ, στις Τζιτζιφιές. Έπαιξε σ’ αυτήν μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα όμως, γιατί τραυματίστηκε σοβαρά κι έμεινε αρκετές μέρες στο κρεβάτι. Το γεγονός αυτό ισχυροποιήσει τις αρχικές ενστάσεις της μητέρας του. Όταν πια αποκαταστάθηκε η υγεία του και το έμαθαν οι φίλοι του έσπευσαν να τον παρακινήσουν να μπει ξανά στο παιχνίδι. Η μητέρα του όμως τους έδιωξε. Ήταν ανένδοτη.

Έτσι, ο Παπαϊωάννου, που από τα μικράτα του ήδη έπαιζε φυσαρμόνικα -ήταν ναυτοπρόσκοπος σαλπιγκτής-, αντάλλαξε τη λαχτάρα του για το ποδόσφαιρο με ένα μαντολίνο που του έταξε η μητέρα του. Την επόμενη κιόλας μέρα, κατέβηκαν στον Πειραιά, στη μάντρα του ηλεκτρικού σταθμού: εκεί, όπου υπήρχαν κάποιες παράγκες που έφτιαχναν όργανα και του αγόρασε ένα μαντολίνο. Άρχισε να το μαθαίνει πλάι σε μία κοπέλα της γειτονιάς του, την Ελένη, που έπαιζε κι αυτή.

Αφού έμαθε καλά μαντολίνο, αγόρασε μία κιθάρα. Και έτσι πέντε - έξι παιδιά μαζί με την αφεντιά του σχημάτισαν ένα γκρουπάκι και έκαναν καντάδες στη γειτονιά και ερασιτεχνικές εμφανίσεις σε στέκια του Πειραιά.

Όταν πια έγινε είκοσι ενός ετών περίπου απέκτησε το πρώτο του μπουζούκι. Δούλευε τότε, το '33, στο ιπποδρόμιο, εργάτης. Τα μεσημέρια πήγαινε για φαγητό σε μία ταβέρνα, στου Γκινόπουλου, στις Τζιτζιφιές. Αφορμή της γνωριμίας του με το μπουζούκι στάθηκε ένα μεσημέρι του ίδιου έτους που άκουσε έναν αμερικανικό δίσκο που διέφερε κατά πολύ από όλους τους άλλους μονότονους της εποχής του. Από τη μία πλευρά είχε ένα σόλο μινόρε κι από την άλλη ένα σόλο ζεϊμπέκικο. Ο δίσκος έγραφε το όνομα του Γιάννη Χαλκιά. Ήταν «Το μινόρε του Τεκέ». Με το που το άκουσε μαγεύτηκε «Τον πείραξε», όπως χαρακτηριστικά έλεγε. «Τέτοιο σόλο δεν πρόκειται να ξαναγεννήσει η φύση. Κανείς δε ξανάγραψε τέτοιο. Αυτό το σύμβολο, πράγμα απλησίαστο από όλον τον κόσμο.»

Στο αφιέρωμα για τη ζωή του τού Λευτέρη Παπαδόπουλου, ο Γιάννης Παπαϊωάννου αναφέρει: «Ερωτεύτηκα. Μόλις άκουσα το δίσκο αυτό. Μόλις είδα τη γκόμενα αυτή, το μπουζούκι.»

Επόμενο ήταν, λοιπόν, να νιώσει την ανάγκη ν' αποκτήσει το δικό του μπουζούκι-και δεν άργησε. Αφού επεξεργάστηκε το μπουζούκι που είχε ο Γκινόπουλος στην ταβέρνα του και το έπαιξε, κατέβηκε στον Πειραιά και απέκτησε το δικό του. Όσο τ' αγαπούσε ο Παπαϊωάννου, άλλο τόσο το απεχθανόταν η μητέρα του που δεν δίστασε ως και να τον διώξει απ’ το σπίτι. Προκειμένου να κατευνάσει τα πνεύματα είπε ψέματα στη μητέρα του πως το επέστρεψε εκεί απ' όπου το είχε αγοράσει. Στην πραγματικότητα, όμως, το έκρυβε στο σπίτι ενός φίλου του τον οποίο και επισκεπτόταν καθημερινά για να μελετά. Η διαδοχή αυτή των οργάνων (φυσαρμόνικα - μαντολίνο - κιθάρα - μπουζούκι) ίσως να αποτελεί εξήγηση της μετέπειτα κανταδόρικης πορείας του.

Η αρχή μιας μεγάλης καριέρας – Η δισκογραφία

Γιάννης Παπαϊωάννου: η ανόθευτη ψυχή του ρεμπέτικου

Την εμφάνισή του στη δισκογραφία την κάνει το 1937. Το πρώτο τραγούδι που γράφει το 1933 είναι η «Φαληριώτισσα» η οποία γίνεται αμέσως ανάρπαστη. Όλοι τη σιγοτραγουδούν. Κάνει με λίγα λόγια τεράστια επιτυχία και πουλά πολλούς δίσκους. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως όταν πήγε να την ηχογραφήσει, στα τέλη του 1935, με το που μπήκε στο στούντιο όλοι τον κοιτούσαν από πάνω μέχρι κάτω, γιατί είχε φύγει από την οικοδομή και ήταν γεμάτος ασβέστη.

Την εποχή εκείνη ο Μάρκος Βαμβακάρης μεσουρανούσε. Ήταν επόμενο, αργά ή γρήγορα, ο Παπαϊωάννου να επιδιώξει να τον γνωρίσει. Γρήγορα έγιναν φίλοι και το '36 - '37 άρχισαν να δουλεύουν μαζί. Ήταν το βάπτισμα του πυρός για τον Γιάννη Παπαϊωάννου στο πάλκο, η αρχή της λαμπρής του πορείας.

Έγινε μέλος στην «Πειραιώτικη Κομπανία» στην οποία συμμετείχαν εκτός από τον Μάρκο Βαμβακάρη ακόμα οι Στράτος Παγιουμτζής, Στέλιος Κερομύτης και Ανέστης Δελιάς. Ξεκινούν τις εμφανίσεις τους στη Θεσσαλονίκη και ύστερα εξαπλώνονται σε όλην τη χώρα.

Σύντομα θα ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, όμως ο μπάρμπα-Γιάννης, όπως ήταν γνωστός, θα εξακολουθήσει να εμφανίζεται σε νυχτερινά κέντρα στις Τζιτζιφιές. Σ' ένα από αυτά θα γνωρίσει και τη μετέπειτα σύζυγό του, Ευδοξία Καμπούρη. Θα παντρευτούν το 1944 και θα αποκτήσουν τρία παιδιά.

Μετά το πέρας του πολέμου, μπαίνει ξανά στο στούντιο και ηχογραφεί μια σειρά από τραγούδια που θα αφήσουν εποχή. Σε στίχους δικούς του ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξής: «Μοδιστρούλα», «Βαγγελίτσα μου», «Καπετάν Ανδρέα Ζέπο», «Σου 'χα χαρίσει μια καρδιά», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Κάνε κουράγιο» κ.λπ.

Εκτός από δικούς του στίχους επενδύει μουσικά και στίχους άλλων στιχουργών, όπως του Βασίλη Παπαδόπουλου («Γλέντα τη ζωή») και του Κώστα Μάνεση («Έχουν καρδιά και οι φτωχοί», «Πέντε Έλληνες στον Άδη», «Πώς θα περάσει η βραδιά»).

Στενή ήταν η συνεργασία του με τον στιχουργό Χαράλαμπο Βασιλειάδη ή Τσάντα που γέννησε κάποια απ’ τα πιο σπουδαία κομμάτια του λαϊκού και ρεμπέτικου ρεπερτορίου. Ενδεικτικά: «Άνοιξε, άνοιξε», «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε», «Είμαστε φίλοι», «Πριν το χάραμα», «Είσαι γυναίκα του μπελά», «Πήρα το δρόμο το στενό», «Απ’ της Ζέας το λιμάνι (Χτες το βράδυ σε μια βάρκα)».

Πέρα από συνθέτης και στιχουργός ο μπάρμπα-Γιάννης υπήρξε και δεινός ερμηνευτής. Κάποια απ’ τα τραγούδια που κόσμησε με τη δωρική του ερμηνεία είναι τα ακόλουθα: «Απ’ της Ζέας το λιμάνι», «Αφότου μ' απαρνήθηκες», «Θέλω να πάψεις να γελάς, θέλω να κλαις», «Σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει».

Οι εμφανίσεις του συνεχίστηκαν και μεταπολεμικά. Έπαιξε και τραγούδησε σε σημαντικά μαγαζιά: στο «Δάσος» του Βλάχου στο Βοτανικό με τους Βαμβακάρη, Παγιουμτζή, Χατζηχρήστο, Κερομύτη, Μανίσαλη, Ποτοσίδη, Περιστέρη, Ρούκουνα, Κασιμάτη, στην «Τριάνα του Χειλά» στην Λεωφόρο Συγγρού με τους Μοσχονά, Ντάλια, Μητσάκη, Σεβάς Χανούμ, Ευσταθίου, Χιώτη, Μπέλλου, στο «Φαληρικόν» με Τσιτσάνη, Περπινιάδη, Πόλυ Πάνου, στου «Περιβόλα» και «Κεφάλα» στην Κοκκινιά με τους Τσιτσάνη, Καίτη Γκρέυ, Περπινιάδη, στο «Χάραμα» της Καισαριανής με τον Τσιτσάνη και την Μπέλλου κ.ά.

Παράλληλα, στις Τζιτζιφιές εγκαινίασε τη «Φαληριώτισσα», το δικό του μαγαζί το οποίο, όμως, δε λειτούργησε για πολύ καιρό μιας κι ο Παπαϊωάννου δεν ήταν επιχειρηματίας.

Περί των τραγουδιών του…

Έχει συνθέσει περί τα οχτακόσια τραγούδια για τα οποία χαρακτηριστικά λέει: «Τα τραγούδια μου είναι τα παθήματά μου, το μεροκάματό μου για τη φασολάδα μου, τα όνειρά μου, οι καντάδες μου, η ζωή μου ολόκληρη και η ζωή του φτωχού κοσμάκη.»

Τα τραγούδια του χαρακτηρίζονται από απλότητα αλλά και δυσκολία• δυσκολία όσον αφορά στην εκτέλεση τόσο από την πλευρά του μουσικού όσο κι από την πλευρά του ερμηνευτή.

Τα ακούσματά του απ’ τη Μ. Ασία είχαν επηρεαστεί από τη Βυζαντινή Μουσική και σε συνδυασμό με το παίξιμο του Βαμβακάρη μάς έδωσαν το μοναδικό αυτό ηχόχρωμα του Παπαϊωάννου.

Αναβάθμισε το ρεμπέτικο τραγούδι, καθώς στο ύφος του διακρίνει κανείς ένα αμάλγαμα καντάδας, μπάλου και μικρασιατικών ακουσμάτων. Θεωρείται πρωτοπόρος, καθώς χρησιμοποίησε στις ηχογραφήσεις του για πρώτη φορά το λεγόμενο «πρίμο σεκόντο» (διαφωνία).

Απ’ το ρεπερτόριό του δεν απουσιάζει το βιωματικό στοιχείο. Η «Μοδιστρούλα» και η «Βαγγελίτσα», λέγεται ότι, αναφέρονται σε υπαρκτά πρόσωπα.

Το τραγούδι του Ζέπου, επίσης, αναφέρεται στον ομώνυμο ψαρά, φίλο του Ψηλού. -Ψηλός και Πατσάς ήταν δύο από τα προσωνύμια του Παπαϊωάννου. Ο λόγος; Το ύψος του και η αδυναμία του στον πατσά, αντίστοιχα.-

Όσο για το «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε, απ’ την αυτοβιογραφία του μαθαίνουμε τα ακόλουθα: «Το «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε», μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες μου το 'χει γράψει η γυναίκα μου. Δηλαδή αυτό έχει μία ιστορία. Σκόλασα ένα βράδυ από το μαγαζί και πήγα σπίτι για ύπνο. Η γυναίκα μου άρχισε τη γκρίνια. Της λέω: «Άσε με στη σκοτούρα μου και μην αρχίζεις τη μουρμούρα, άμα ξημερώσει θα τα πούμε, άντε τώρα, για να μην ξυπνήσουμε τα παιδιά, σβήσε το φως να κοιμηθούμε!» Έτσι γράφτηκε αυτό. Είναι μια αληθινή ιστορία, είναι τραγούδι της γυναίκας μου, το λέω κάθε βράδυ στο μαγαζί γι' αυτήνε. Ο Τσάντας ο Βασιλειάδης το χτένισε τότε. Ο Βασιλειάδης ήταν Μικρασιάτης. Πολύ μορφωμένος. Συγγραφέας…»

Η «Βαγγελίτσα» κι ο Μεταξάς

Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά κυκλοφόρησε ένα τραγούδι του Τούντα, « Η Βαρβάρα», σε ερμηνεία του Στελλάκη Περπινιάδη. Το εν λόγω τραγούδι θεωρήθηκε πως έθιγε εμμέσως την κόρη του δικτάτορα Μεταξά, Βαρβάρα. Έτσι, με διαταγή του ίδιου απαγορεύτηκαν αυτού του είδους τα τραγούδια. Δόθηκε εντολή το μπουζούκι να μην μπαίνει σε στούντιο, να μη γράφονται τραγούδια με μπουζούκι.

Αυτή η διαταγή, όπως ήταν λογικό, θορύβησε όλους αυτούς που ζούσαν από το μπουζούκι. Ο Παπαϊωάννου, λοιπόν, αποφάσισε να επισκεφθεί το γραφείο του Μεταξά για να ανακτήσει τα δίκαιά του.

Λέγεται ότι του έπαιξε τη «Βαγγελίτσα» για να του αποδείξει πως τα τραγούδια του μήτε θίγουν υπολήψεις μήτε μιλούν για χασίσι και ναρκωτικά. Ο Μεταξάς γέλασε κι έβγαλε εκ νέου διάταγμα βάσει του οποίου επιτρεπόταν πλέον να γράφονται τραγούδια με μπουζούκι, αρκεί να λογοκρινόταν ο στίχος.

Είναι γεγονός πως επί λογοκρισίας γράφτηκαν αριστουργήματα, άποψη την οποία συμμερίζεται κι ο Τσιτσάνης.

Γιάννης Παπαϊωάννου: η ανόθευτη ψυχή του ρεμπέτικου

Παπαϊωάννου κι ερμηνευτές

Τα τραγούδια του φυσικά δεν τα ερμήνευε μόνο ο ίδιος αλλά και μια πληθώρα ιδιαίτερα σημαντικών λαϊκών και ρεμπέτικων φωνών, όπως οι Μοσχονάς, Καλλέργης, Παγιουμτζής, Νίνου, Τσαουσάκης, Χασκίλ, Γεωργακοπούλου, Περδικόπουλος.

Οι φωνές που τραγουδούσαν τα τραγούδια του ήταν καταξιωμένες ήδη από εκείνην την εποχή. Το 1952, όμως, γράφει το κομμάτι «Βαλίτσες» το οποίο θα ερμηνεύσει ένας άγνωστος ως τότε λαϊκός τραγουδιστής ονόματι Στέλιος Καζαντζίδης. Αυτή είναι και η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Καζαντζίδη που του άνοιξε το δρόμο για μια αξιοζήλευτη καριέρα.

Συνέχισε να τον τροφοδοτεί με τραγούδια: «Εχθές αργά το δειλινό», «Εγώ θα σε γλυτώσω», «Δεν σε ρωτώ ποια ήσουνα», «Βγήκε ο Χάρος να ψαρέψει».

Αξίζει να σημειωθεί πως ο Γιάννης Παπαϊωάννου είναι απ’ τους λίγους συνθέτες που έγραψαν τραγούδια για τη νέα γενιά: Μπιθικώτσης, Διονυσίου, Πολύ Πάνου, Καίτη Γκρέυ, Καζαντζίδης, Μαρινέλλα κ.λπ.

Στην Αμερική!

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου ήταν ο πρώτος Έλληνας λαϊκός συνθέτης που διέδωσε εκτός συνόρων το γνήσιο λαϊκό τραγούδι (Κωνσταντινούπολη 1952, ΗΠΑ 1953 και εξής). Ταξίδεψε στην Αμερική για πρώτη φορά το 1953 προς ψυχαγωγία του απόδημου ελληνισμού. Συνολικά επισκέφθηκε τις ΗΠΑ τέσσερις φορές. Οι αρχικές του βλέψεις ήταν να μείνει ένα μήνα. Ο μήνας όμως έγινε χρόνος.

Η δεύτερη επίσκεψή του πραγματοποιήθηκε το 1956, η τρίτη γύρω στο 1960 και η τελευταία το 1967.

Στα δύο πρώτα του ταξίδια είχε μαζί του τη Ρένα Ντάλια με την οποία και ηχογράφησε πολλά τραγούδια.

Στα υπερατλαντικά του ταξίδια παρέσυρε κι άλλους σπουδαίους μουσικούς, όπως ο Κώστας Καπλάνης, ο Γιάννης Τατασόπουλος, ο Μανώλης Χιώτης, ο Σταύρος Τζουανάκος, ο Τάκης Μπίνης, ο Λεμονόπουλος κ.ά.

Μετά την επιστροφή του από το εξωτερικό, στα 1968, εμφανίζεται στον «Ξενύχτη» στη Νέα Φιλαδέλφεια. Ταυτόχρονα, συνεχίζει πιο εντατικά πλέον τη συνεργασία του με τον κουμπάρο του, Βασίλη Τσιτσάνη, ως το 1972. Πρέπει να επισημανθεί ότι ήταν πάντα δίπλα και ποτέ πίσω απ’ τον Τσιτσάνη.

Την ίδια εποχή εμφανίζεται και σε ορισμένες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου («Αμαρτίες γονέων», «Μοδιστρούλα», «Ο μπαμπάς μου κι εγώ»), ενώ αρχίζει να συντάσσει την αυτοβιογραφία του. Η τελευταία θα κυκλοφορήσει δέκα χρόνια μετά το θάνατό του.

Το μοιραίο τέλος

Δύο απ’ τα τραγούδια που κάθε βράδυ τραγουδούσε ο μπάρμπα-Γιάννης ήταν ο σκοπός που λέει: «Ψάχνω να βρω έναν άνθρωπο να πω τα μυστικά μου, να μην πεθάνω ξαφνικά και μείνουν στην καρδιά μου» και το «Βγήκε ο Χάρος να ψαρέψει».

Τη μοιραία νύχτα τα τραγούδησε και πάλι. Κανείς, όμως, δεν μπορούσε να φανταστεί πως προοιώνιζαν τον άδικο χαμό του.

Τα ξημερώματα της 3ης Αυγούστου 1972, ώρα τρεις το πρωί, γράφτηκε το μοιραίο τέλος.

Φεύγοντας από το κέντρο όπου δούλευε με τον Τσιτσάνη βρήκε τραγικό θάνατο σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Στο δρόμο προς το εξοχικό του στα Βασιλικά της Σαλαμίνας πετάχτηκε ένας πεζός. Ο Παπαϊωάννου προκειμένου να τον αποφύγει έριξε το όχημά του πάνω σε ένα στύλο κι έγραψε με το ίδιο του το χέρι το τέλος του. Ήταν μόλις πενήντα εννέα ετών.

Σε ένδειξη πένθους, τις επόμενες ημέρες ο Τσιτσάνης κράτησε κλειστό το μαγαζί. Όταν αποφάσισε να το ανοίξει ξανά ήρθε εκτάκτως η Σωτηρία Μπέλλου, η οποία δεν εργαζόταν εκεί, ανέβηκε στο πάλκο και βαθιά συγκινημένη τραγούδησε μαζί με τον Τσιτσάνη το τραγούδι που της είχε γράψει ο μπάρμπα-Γιάννης, «Ένας σατράπης θηλυκός».

Στη μνήμη του, ως ένδειξη τιμής στην αδελφική τους φιλία και την κουμπαριά, ο Τσιτσάνης έγραψε «Το τραγούδι του Γιάννη», το οποίο ερμήνευσε η Πόλυ Πάνου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ