GR US

Εμένα, οι ωραιότεροι της γενιάς μου, έφυγαν νωρίς…

«… Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών…»

- Κατερίνα Γώγου (1 Ιουνίου 1940, Αθήνα - 3 Οκτωβρίου 1993, Εξάρχεια)
Από την Αλεξάνδρα Τσόλκα,

Οι γενικεύσεις, οι ομαδοποιήσεις, οι ταμπέλες , ο ορισμός γενεών ή κοινωνικών ομάδων είναι τα «ευκολάκια», οι λύσεις μιας επιφανειακής ανάπτυξης και ανάλυσης τάχα φαινομένων, ακόμα και όταν κοινωνιολόγοι, καταπιάνονται με επιστημονικά κριτήρια στους ορισμούς.

Δεν ξέρω πού ανήκω και δε με ενδιαφέρει να μάθω κιόλας. Τουριστικά κάπως, μπαίνουν στο κρανίο μου οι πληροφορίες. Στις δεκαετίες του 60 και του 70 είχαμε τους «baby boomers», τους γεννημένους μεταξύ 1945-1960, τη γενιά που γεννήθηκε μέσα στις στάχτες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι ωραιότεροι της γενιάς μου, έφυγαν νωρίς…

Ήταν η γενιά των κοινωνικών κινημάτων και των κοινωνικών επαναστάσεων. Ήρθε η δικιά μου θεωρητικά, η «Generation X», των σημερινών 40ρηδων και 50ρηδων, των γεννημένων μεταξύ 1961-1980.

Οι ωραιότεροι της γενιάς μου, έφυγαν νωρίς…

Η μελαγχολική γενιά  της παγκοσμιοποίησης, της πτώσης του Τοίχους του Βερολίνου, του τέλους του Ψυχρού Πολέμου, των ιδεολογιών, της τεχνολογίας, της επικοινωνίας, της οικονομικής κρίσης, της εξαφάνισης κάθε μεσαίας τάξης παγκοσμίως.

Και μετά ήρθαν οι Millennials ή Generation Y, τα παιδιά τα γεννημένα απ το 1981 μέχρι το 2000. Και έρχονται – σου λέει- να ξενυχτίσουν απ’ το χαλασμό! Καλή τους δύναμη, λοιπόν, αλλά εγώ ξέρω, το τέλος του έργου και δεν έχει happy end...

Οι ωραιότεροι της γενιάς μου, έφυγαν νωρίς…

Ξέρω πως χάθηκαν, αυτοκαταστράφηκαν, ανατινάχτηκαν, χάθηκαν στις δικές τους αβύσσους οι πιο ωραίοι, οι πιο προικισμένοι, οι πιο ευαίσθητοι, οι πιο αγνοί, οι πιο ποιητικοί, οι πιο σημαντικοί της δικής μου γενιάς, της εποχής μου βρε αδελφέ, άντε άμα πρέπει σώνει και ντε, εκείνοι που παρέμειναν πάντα Χ…

Η Αθήνα χτιζόταν στα προάστια και απλώνονταν σε μονοκατοικίες με κήπους, φορμάικα καρέκλες στις κουζίνες, κληματαριές και αναμονές για το χτίσιμο του δεύτερου ορόφου, όταν θα παντρευτεί η κόρη.

Πολαρόιντ φωτογράφιζαν στη στιγμή φαβορίτες, μίνι και μάξι, μακριές, σαν αράχνες, ψεύτικες βλεφαρίδες, καμπάνες παντελόνια και χρωματιστά έντονα ζιβάγκο.

Οι γονείς μας ακούγανε Beatles, Who, κλαρίνα, Καζαντζίδη, Δούκισσα και «ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα» ή «είμαι αητός χωρίς φτερά» ή «σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει».

Τις Κυριακές είχε πάντα λιακάδα εκείνα τα χρόνια και το σόι που χάθηκε όσο μεγαλώναμε, μαζευόταν σε τραπέζια γιορτινά, όπου όλο και κάποιος θείος έλεγε «εγώ θα κάτσω με την νεολαία».

Οι σοκολάτες είχαν συρτάρια με φιγούρες που άλλαζαν κεφάλια και πόδια, πίναμε ΤΑΜ, διαβάζαμε «Κλασσικά εικονογραφημένα», είχε Χούντα, μετά Μεταπολίτευση και ήρθε ο Καραμανλής και όλοι χαίρονταν και μετά οι θείοι τσακώνονταν γιατί ήταν ή ΠΑΣΟΚ με τον Ανδρέα, ή Νέα Δημοκρατία ή Συμμαχία!

Οι ωραιότεροι της γενιάς μου, έφυγαν νωρίς…

Η μαμά και ο μπαμπάς ήταν νέοι και τα βράδια μάς αφήναν με τη γιαγιά και πήγαιναν στου Μαρίνου, ή στη Ρίτα Σακελλαρίου, ή θέατρο στου Μυράτ και στης Ζουμπουλάκη!

Ο μπαμπάς οδηγούσε «σκαραβαίο» και η μαμά φορούσε μεγάλα καπέλα και φουλάρια με λαχούρια. Μαθαίναμε αγγλικά σε φροντιστήρια, παίζαμε στα οικόπεδα δίπλα μας μέχρι να νυχτώσει, νομίζαμε πως ο Μπλεκ, ο κάπτεν Μαρκ και η Μανίνα είναι υπαρκτά πρόσωπα, είχαμε «φωτεινό παντογνώστη» και «φιδάκι» και «γκρινιάρη», πίναμε γάλα «ζακχαρούχον», γράφαμε σε πολυτονικό και μαθαίναμε τις δασυνόμενες λέξεις!

Οι ωραιότεροι της γενιάς μου, έφυγαν νωρίς… Οι ωραιότεροι της γενιάς μου, έφυγαν νωρίς…

Νομίζαμε πως η ζωή θα’ ταν εύκολη, προστατευμένη, ασφαλής, όπως τα καλοκαιρινά μεσημέρια, με ανοιχτά παράθυρα στη γειτονιά, όπου ο μπαμπάς κοιμόταν με το φανελάκι κι εμείς έπρεπε να κάνουμε ησυχία!

Πόσο στημένη μας την είχαν! Γιατί, «…εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα στις ταράτσες παλιών σπιτιών, Εξάρχεια, Βικτώρια, Κουκάκι, Γκύζη. Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια, τις ενοχές σας, αποφάσεις συνεδρίων, δανεικά φουστάνια, σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες, απειλητικές σιωπές, κολπίτιδες, ερωτεύονται ομοφυλόφιλους, τριχομονάδες, καθυστέρηση, το τηλέφωνο -  το τηλέφωνο - το τηλέφωνο, σπασμένα γυαλιά…  το ασθενοφόρο… κανείς!...»…

Ήταν οι πιο ιδεολόγοι, οι πιο φωτισμένοι, οι πιο ανήσυχοι, εκείνοι που εύκολα δεν χώραγαν πουθενά, αλλά εύπιστοι, καλόπιστοι, ιδανικά αφημένοι σε παραπλανήσεις και αποπλανήσεις, πιαστήκαν με τις λέξεις, τις τέχνες και τα γράμματα.

Οι ωραιότεροι της γενιάς μου, έφυγαν νωρίς…
Οι ωραιότεροι της γενιάς μου, έφυγαν νωρίς…

Τους καταλάβαινες πάντα, γιατί φορούσαν μαύρα, χαμογελούσαν στα πάρτι, αλλά πάντα έριχναν το βάρος απ το ένα πόδι στο άλλο, κάθονταν κοντά στην πόρτα, σαν έτοιμοι να φύγουν, μιλούσαν, αλλά σαν κάτι άλλο να σκεφτόντουσαν, κάπνιζαν πολύ, σχεδίαζαν ταξίδια, περιοδικά, εφημερίδες, θεατρικές ομάδες, εναλλακτικές μορφές ψυχανάλυσης ομάδας, βιβλία, σπουδές κι άλλες, διατριβές, ποιήματα, τραγούδια, αποστολές στην Αφρική για τα παιδιά των πόλεμων και της πείνας, μπαράκια να βρισκόμαστε, εκδοτικούς οίκους, όμορφα φουστάνια που θα τα έραβαν οι ίδιοι και κάποιοι τους επαναστάσεις για ωραίους, δίκαιους κόσμους.

Οι ωραιότεροι της γενιάς μου, έφυγαν νωρίς…

Πίστεψαν πως η ομορφιά, η δικαιοσύνη, ο έρωτας, η ισότητα, οι δεύτερες ευκαιρίες, η συγχώρεση, η αλλαγή έχουν θέση στον κόσμο.

Ξενύχτησαν πάνω από προσπάθειες, συχνά απλήρωτοι, κάνοντας αφεντικά – γόηδες αγκιτάτορες πλούσιους. Ονειρευτήκαν διάρκεια –και γιατί όχι; - αυτή την παλιοσνομπαρία την αθανασία μέσα απ’ τη βεβαιότητα πως το καλό και το αισθητικά άψογο θα νικήσει!

Χάθηκαν, ρήμαξαν, αποσύρθηκαν, πέθαναν, εξαρτήθηκαν απ τις διαψεύσεις… και δεν έμεινε κανείς πια να μοιράζεται ουτοπίες και όνειρα…

Πρώτα, μάς θέρισε το AIDS που άργησε να νικηθεί! Ύστερα, όταν οι αυταπάτες μας διαλυθήκαν και ο παιδικός ρομαντισμός μας δολοφονήθηκε άτσαλα, άρχισε ο πνιγμός σε εξαρτήσεις, σε αλκοόλ, σε ουσίες, σε φυγές αυτοχειρικής, άπιαστης χαράς και η σωτηρία της διακοπτόμενης αμνησίας!

Μετά το κλείσιμο περιοδικών, εφημερίδων, θεατρικών σχημάτων και τις ανατιναγμένες από οικονομικές ατομικές βόμβες, επιχειρήσεις οίκων μόδας, βιβλίων βρεθήκαμε ξανά σε επισκεπτήρια κλινικών αποτοξίνωσης, όλοι εκείνοι που κάποτε τρέχαμε στην πρεμιέρα ταινίας ίδιων φίλων! Και οι θάνατοι! Ω! πόσοι θάνατοι! Πιο πολύ να πληγώνουν εκείνες οι αυτοχειρίες φίλων που δεν μας είπαν ούτε ένα γεια, πριν αποφασίσουν να αναχωρήσουν! Λεπτομέρειες όλο πόνο!

Ένας με ιδανική φωνή σαν θείο δώρο, κρεμάστηκε στην παιδική του κάμαρα, γυρνώντας στο πατρικό του, κάπου, στην Βόρεια Ελλάδα.  Άλλη, νοσηλεύτρια στα παιδιά που νόμιζε πως θα τα σώσει όλα, έκανε ένεση με αέρα στη φλέβα. Μια άλλη ήπιε χάπια με αλκοόλ, μετά την τελευταία της απόλυση από ραδιοφωνικό σταθμό που πίστεψε πως είναι οικογένεια και υπόθεση της.

Δεν ξέρω αν αυτούς τους συγχωρώ. Όχι πως έχει σημασία, αλλά, να, δεν μπορώ να μετρώ το κενό που μου άφησαν με αυτή την βία της οριστικότητας στους εαυτούς τους, χωρίς να τους κακιώσω, εγωιστικά θέλετε; Εγωκεντρικά; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι!

Μετά οι ξαφνικοί θάνατοι απ’ το τυχαίο! Μηχανές, αυτοκίνητα, άσφαλτος, αίμα, μπλε – κόκκινο απ’ τους φάρους των ασθενοφόρων και των περιπολικών!

Ύστερα, όλο το θανατικό των εμφραγμάτων, των εγκεφαλικών, των αυτοάνοσων νοσημάτων! Τη μια μιλάς με το Μάνο στο messenger για προδομένους έρωτες και πίστες και λίγες μέρες μετά μαθαίνεις πως τον δολοφόνησε ένα βακτήριο απ’ τα air condition!

Συλληπητήρια, κηδείες, σιωπές, κενά, φωτογραφίες, λέξεις, «σ’ αγαπώ», λουλούδια που ματαιώνονται και πεθαίνουν μαζί με κάθε προσδοκία για ανάσταση, δάκρυα, ιδρωμένες παλάμες!

Όλο και πιο λίγοι!

Οι ωραιότεροι της γενιάς μου, έφυγαν νωρίς…

Η Χρύσα τώρα στη φωτιά, στο τυχαίο, στο μοιραίο! Δεν θέλουν να κολλήσουν μεταξύ τους οι λέξεις, θλιμμένες και αυτές, για λόγια συμπόνιας και πένθους. Τσακωμένες στην άρνηση τους!
Και ύστερα, όλο αναχωρήσεις. Για το εξωτερικό, για αλλά κράτη, για φυγές απελπισμένες ή σωτηρίας ή για το εσωτερικό των σπιτιών, όπου κλειστά φωτά και τραβηγμένες κουρτίνες δηλώνουν έναν νέο μοναχισμό απόσυρσης, νεοασκητικό στον κοσμοπολιτισμό του.

Άλλος διαβάζει συνεχώς, μια μαγειρεύει που δεν ήξερε ούτε πως ανάβει το μάτι, ο πιο αγαπημένος κοιτάζει πως πετούν τα κολιμπρί στον κήπο του και κάνει σιγά να μην τα τρομάξει!

Γι’ αυτό σας λέω, οι ωραιότεροι της δίκης μου γενιάς, δεν υπάκουσαν σε κατηγοριοποιήσεις, δεν πήραν τίτλο generation, μόνο αγάπησαν, ονειρευτήκαν, έλαμψαν, ερωτεύτηκαν, καταρράκωναν παραφορά και πολύ νωρίς…

Βλέπετε, εμένα… «… όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου, γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή. Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο, γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα, γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει. Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα στα χέρια σας. Στο λαιμό σας. Οι φίλοι μου...»… οι ωραιότεροι απ’ όλους μας. Από όλους σας…

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΠΟΨΗ