GR US

Τσούλες ή προβατίνες με κοντά αυτιά;

Γράφει η Νανά Παλαιτσάκη
Τσούλες ή προβατίνες με κοντά αυτιά;

Με αφορμή την «μετωπική σύγκρουση» μ’ έναν καλαμοκαβαλημένο «ηθοποιό», δυστυχώς. Έλληνα εδώ στο LA (ο κόσμος τελικά δεν είναι απλά μικρός αλλά ελάχιστος), κατάλαβα για ακόμη μία φορά πόσο η έννοια της τσούλας είναι παντελώς άδικο να είναι αποκλειστικά γένους θηλυκού.

Η ετυμολογία της λέξης τσούλα προκύπτει από την ιταλική fanciulla. Αφορά κυρίως την ανήθικη ή ανάγωγη γυναίκα αλλά και την προβατίνα που έχει κοντά αυτιά. (Δεν ξέρω ποιος διεστραμμένος ανθρώπινος εγκέφαλος χαρακτηρίζει έτσι τα συγκεκριμένα ζωντανά που ουδεμία σχέση έχουν με την ανηθικότητα συμπεριφοράς και χειρισμών για απόκτηση υλικών αγαθών ανθρωποειδών που ξεπουλάνε κάθε εκατοστό της πέτσας τους.)

Ως μέρος του λόγου είναι ουσιαστικό και παράγωγά του είναι η τσουλάρα, το τσουλάκι, το τσουλί και η τσουλίτσα.

Οι ιερόδουλες, οι γυναίκες εκείνες που με απόλυτη συνείδηση προσφέρουν κοινωνικό έργο και που ασκούν το συγκεκριμένο επάγγελμα ως ελεύθεροι επαγγελματίες, είναι οι μόνες που εξαιρούνται από την συγκεκριμένη ανθρωποκατηγορία .

Σε όλους τους άλλους επαγγελματικούς κλάδους κυκλοφορούν αδέσποτα , τσουλάρες , τσουλάκια και αρχιτσουλάρες.

Αγαπάνε ν’ αναπτύσσονται στους χώρους της πολιτικής των τεχνών, της εκκλησίας, των media όπου και εκεί διεκδικούν μεγάλα παράσημα, αλλά τις συναντάμε και σε κάθε μικρογειτονιά, γιατί χωριό χωρίς παπά, δάσκαλο, χωροφύλακα, ρουφιάνο και τσουλάρα, δεν είναι χωριό.
Ξαναθυμήθηκα ότι ζουν ανάμεσά μας και με αφορμή τις επαφές μου στις γειτονιές της Καλιφόρνια.

Δεν θα δώσω κανένα στοιχείο που να φωτογραφίζει την αρσενική τσούλα που συνάντησα, γιατί τα γραφόμενά μου δεν αποσκοπούν στο να την αναδείξω, αλλά στο να διατρανώσω πόσες τερατογενέσεις έχουν προκύψει από άτομα που διασύρουν με τους τρόπους τους τον τίτλο του ηθοποιού ή της ηθοποιού.

Πώς τις αναγνωρίζετε για να προστατευτείτε;

Η τσούλα, θηλυκή ή αρσενική, είναι εκείνη που για ν’ αποκτήσει μια τσάντα με στάμπα, για να μείνει μια νύχτα στο Wynn ή στο Aria του Las Vegas, και που για να διεκδικήσει μια πόζα σ’ ένα ταπέτο κόκκινο, μπορεί να τρώει σκατά και να δείχνει στον κόσμο ότι γεύεται παγωτό γρανίτα φράουλα με κόκκους σοκολάτας bitter.
Αυτά λοιπόν τα τσόλια, τα οποία στο καταραμένο γούπατο που ζούμε, νιώσανε «κάτι» γιατί ασχοληθήκανε μαζί τους life style εκπομπές και περιοδικά, ξερνάνε χολή για τους εργαζόμενους δημοσιογράφους σε όλες τις εκπομπές της ελληνικής τηλεόρασης (εξαιρώντας όσους παρουσιάζουν δελτία, καιρό και εκπομπές μαγειρικής).
Με συμπεριφορές άξεστες και παραληρήματα μεγαλείου, ντροπιάζουν και όσους εργαζόμενους στον κλάδο τους επιχειρούν με αξιοπρέπεια.
Είναι ελεεινό το πόσες εκπτώσεις μπορεί να κάνει ένα ανθρωποειδές για να κατακτήσει την απόλυτη ελαφρότητα του προσωρινού.
Έχω συναντήσει στην ζωή μου μαγικούς ανθρώπους. Θυμάμαι πόσο εντύπωση έκανε και σε μένα και στους συνεργάτες μου τεχνικούς ο τρόπος που μας υποδέχονταν στην Ρώμη οι μεγαλύτεροι σχεδιαστές του πλανήτη. Θυμάμαι την Anna Fendi, τον Valentino, την Laura laura Βiagiotti, οι οποίοι αν καθυστερούσαν δύο λεπτά από την καθορισμένη ώρα της συνέντευξης ζητούσαν συγγνώμη, είχαν φροντίσει από πριν να έχουν οι βοηθοί τους τ’ απαραίτητα γλυκίσματα για την φιλοξενία ενός τηλεοπτικού συνεργείου και κάθονταν υπακούοντας στις εντολές του σκηνοθέτη μου για ν’ απαντήσουν στις ερωτήσεις που είχα ετοιμάσει για εκείνους και που κανείς τους δεν είχε ζητήσει να τις έχει εκ των προτέρων για να «εγκρίνει» το περιεχόμενο.
Ηθοποιοί όπως ο Vittorio Gasman, σκηνοθέτες όπως ο Steven Spielberg και ο Roman Polanski, με απόλυτη, μα με απόλυτη φιλική διάθεση, άλλαξαν τα «πλάνα τους» για ν’ απευθυνθούν στο ελληνικό κοινό. Θυμάμαι την Κλαούντια Καρντινάλε στην Μύκονο πόσο ανθρώπινα μου μιλούσε για τις σχέσεις της με τις εγγονές της, θυμάμαι πόσο αγαπησιάρικα με είχε υποδεχθεί η Μελίνα Μερκούρη και ο Ζυλ Ντασέν στο σπίτι τους, όταν σχεδόν «μπουσουλούσα» στον χώρο της τηλεοπτικής δημοσιογραφίας. Θυμάμαι τον Ανδρέα Παπανδρέου με πόση ευγένεια είχε απευθυνθεί σε όσους εργαζόμενους τον περιμέναμε ένα βράδυ στο κτίριο της κρατικής τηλεόρασης, ήταν παραμονές εκλογών του 1989.
Θυμάμαι την κυρία Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη που, κατά την διάρκεια της προετοιμασίας των Ολυμπιακών της Αθήνας, τηλεφωνούσε η ίδια σε όλους τους δημοσιογράφους που είχαμε δηλώσει ενδιαφέρον για συνέντευξη, για να εξηγήσει η ίδια τους λόγους που θα παραχωρούσε ή δεν θα παραχωρούσε.
Θα μπορούσα να γράψω λίστες με τα ονόματα «μύθων» του ελληνικού κινηματογράφου που με τίμησαν με την ευγένειά τους και την φιλοξενία τους: Αλέκος Αλεξανδράκης, Ρένα Βλαχοπούλου, Τασώ Καββαδία, Πέτρος Φυσούν, Μαίρη Χρονοπούλου, Νίκος Κούρκουλος, Δέσπω Διαμαντίδου, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Ζωή Λάσκαρη, Μάρω Κοντού, Αλέκος Σακελλάριος, Άγγελος Αντωνόπουλος, Νίκος Φώσκολος, και τόσοι άλλοι, τόσοι υπέροχοι άνθρωποι… Τι να θυμηθώ, τι να ξεχάσω, μάτια μου μεγάλα…
Τι να γράψω για την Μαρινέλα που, όταν την συνάντησα να τρώει ένα βράδυ με τον κολλητό της φίλο τον Τάκη Ζαχαράτο σε πολύ γνωστό στέκι δίπλα στο ξενοδοχείο Χίλτον, αφού μου έκανε μια πολύ τιμητική για μένα κριτική για τον τρόπο που χρησιμοποιώ τα ελληνικά και αναγνωρίζοντας την αμηχανία που ακολούθησε, μου είπε: «Τι μ’ ευχαριστείς, Νανά μου, το αυτονόητο λέω, όσο για μένα, ε… δεν έχω κάνει και τόσο μεγάλα πράγματα. Μια τραγουδίστρια είμαι».
Δυστυχώς εδώ στην δυτική ακτή είχα την ευκαιρία να γίνω αυτόπτης μάρτυρας αυτού που κυριολεκτικά σημαίνει «ξιπασμένο τσόλι ελληνικής κατασκευής» που σουλατσάρει θεωρώντας κάθε Έλληνα δημοσιογράφο περίπου ως απόπατο και διασύρει την ετυμολογία της λέξης «ηθοποιός».
Στην τελική, η Ελλάδα, εκτός από λάδι, ρίγανη και κρόκο Κοζάνης, εξάγει και τσόλια.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΠΟΨΗ