GR US

Ελένη Βλάχου: Ανορθόγραφη, αντισυμβατική, πρωτοπόρος, κατηγορούμενη και αδυσώπητα ειλικρινής

Γράφει η Νανά Παλαιτσάκη

Κυρία Βλάχου, βλέπω στο βλέμμα σας μια ποιήτρια της ζωής.

Πίτερ Ουστίνωφ

Θα ήθελα να δω τους Έλληνες να αντιλαμβάνονται λίγο καλύτερα τις δυνατότητες και την ευτυχία που μπορεί να τους δώσει η Ελλάδα.

Ελένη Βλάχου
Ελένη Βλάχου: Ανορθόγραφη, αντισυμβατική, πρωτοπόρος, κατηγορούμενη και αδυσώπητα ειλικρινής

Η συγκεκριμένη προσωπικότητα μπορεί να θεωρείται πια ως «σημείο αναφοράς» στην ιστορία εξέλιξης του έντυπου τύπου στην Ελλάδα, όμως δεν απέφυγε ούτε την υποτίμηση, ούτε την επίκριση, ούτε την εξορία, ούτε την χρεωκοπία, ούτε τις μεγάλες δικαστικές διαμάχες στην περίφημη υπόθεση Κοσκωτά.

Την εκδότρια και δημοσιογράφο που ανέλαβε το «τιμόνι» της ιστορικής εφημερίδας “Καθημερινή”, μιας εφημερίδας που κληρονόμησε από τον πατέρα της, αν και ήταν η πρώτη εκδότρια που αντιλήφθηκε την «ανάγκη» μεσημβρινής εφημερίδας ( γι’ αυτό και η γέννηση της Μεσημβρινής ).

Την είχαν (κακο) χαρακτηρίσει σαν «κοσμική», ασχέτως αν οι σχέσεις της και οι έξοδοί της ήταν με καμιά δεκαριά ανθρώπους και μόνο . Το «στίγμα» της το «φόρεσαν» εξαιτίας του ότι για ένα διάστημα έμενε στο Κολωνάκι. Άργησαν επίσης πολύ ν’ αποδεχθούν ακόμη και από το διευθυντήριο της «Καθημερινής» τα ταλέντα της σε βαθμό που ωθήθηκε να δημιουργήσει δικά της έντυπα πολύ επαναστατικά για τα δεδομένα της εποχής της.

Το μονόστηλο που υπέγραφε στην πρώτη σελίδα της «Καθημερινής», μονόστηλο που στην δημοσιογραφική γλώσσα ονομάζεται «γραβάτα», λατρεύτηκε από τους αναγνώστες, αν και τις περισσότερες φορές οι «υλατζήδες» στην εφημερίδα εκλιπαρούσαν να το έχουν εγκαίρως για να «κλείσουν» την πρώτη…

Φίλο Έλληνα που εκτιμούσε υπερβολικά ήταν ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, η ευγένεια , το χιούμορ, οι γνώσεις και η διάθεσή του οποίου για τη ζωή την γοήτευαν.

Στις μέρες της, ευτύχησε και ο Γεώργιος Παπανδρέου να υπογράφει ως «αρθρογράφος» της Καθημερινής, μια εποχή που τον είχαν εγκαταλείψει ΟΛΟΙ και δεν είχε «βήμα» ν’ απευθυνθεί στον κόσμο που ήθελε να επηρεάσει.

Μοναχοπαίδι και με καταγωγή από οικογένεια διανοούμενων, όπως κάθε χαρισματικός άνθρωπος αμφισβητήθηκε και κυνηγήθηκε. Οι πληροφορίες για την «σχέση της με το παλάτι» και συγκεκριμένα με την Φρειδερίκη ήταν έντονες. Την Φρειδερίκη η Ελένη Βλάχου την θεωρούσε «Γερμανίδα κανονικότατη». Αυτό σήμαινε ότι την μία στιγμή ήταν ευγενική και υποδεχόταν οικεία και την επόμενη φορά κρατούσε απόσταση απ’ όλους. Εκτιμούσε όμως η εκδότρια τον Παύλο, τον οποίο θεωρούσε έναν καλό Χριστιανό και καλό άνθρωπο. Προσωπικός της φίλος ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, στον οποίο δεν χαρίστηκε με τα κείμενα και την κριτική της, ενεπλάκη δε στην πολιτική από την οποία «δραπέτευσε από το παράθυρο» χαρακτηρίζοντας την εμπειρία της εμπλοκής της «άθλια», κατηγορήθηκε για το τρόπο που «πέρασε» την «Καθημερινή» στον Κοσκωτά, γεγονός που την έφερε αντιμέτωπη με διώξεις σε βαθμό κακουργήματος.

(Την 1η Ιουνίου 1989, ο τότε προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Ευθυμιάδης, άσκησε ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος κατά της Βλάχου για: 1) αποδοχή προϊόντων εγκλήματος 2) συνομολόγηση απαγορευμένης δικαιοπραξίας σε συνάλλαγμα 3) παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος και 4) ηθική αυτουργία σε παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος.Μετά την απολογία της στον ανακριτή Ιωάννη Κασσιωτάκη, αφέθηκε ελεύθερη με χρηματική εγγύηση 30 εκατομμυρίων δραχμών και την επιβολή των περιοριστικών όρων της απαγόρευσης εξόδου από την χώρα και της εμφάνισης στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής της κάθε 1η και 15η του μήνα.

Εκείνη ζήτησε αντικατάσταση των περιοριστικών όρων δηλώνοντας ότι «ο χαρακτηρισμός μου στο σκεπτικό της διατάξεως ως "ιδιαιτέρως επικίνδυνης" , για δήθεν παραβίαση του Δικαίου και για πράξεις που ζημίωσαν τελικά τον εαυτό μου και την περιουσία μου είναι ακραίος, άστοχος και αδικαιολόγητος.» )

Ελένη Βλάχου: Ανορθόγραφη, αντισυμβατική, πρωτοπόρος, κατηγορούμενη και αδυσώπητα ειλικρινής

Τα πρώτα χρόνια της ζωής της

Μόλις γεννήθηκε ο πατέρας της Γιώργος Βλάχος ( δημοσιογράφος και λογοτέχνης) βγήκε στο παράθυρο και φώναξε τον φίλο του ζωγράφο Παύλο Μαθιόπουλο. «Παύλο, έλα να δεις ένα κατσαρό μωρό που γελάει»!

Η Ελένη Βλάχου, μια εμβληματική μορφή της ελληνικής δημοσιογραφίας, δεν ήταν η πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφος. Η πρώτη ήταν η Καλλιρόη Σιγανού Περέν, η οποία είχε γεννηθεί έναν αιώνα νωρίτερα και είχε κατορθώσει να ιδρύσει την πρώτη «εφημερίδα των κυριών» έχοντας συντάκτριες μόνο γυναίκες.

Η Ελένη Βλάχου γεννιέται το 1911. Νόμιζα ότι ήξερα πολλά για εκείνη πριν αρχίσω την έρευνα στον «ωκεανό πληροφοριών του διαδικτύου». Ως εργαζόμενη εγώ από το 1992 στον ΣΚΑΙ, όμιλο που εξέδιδε και την ιστορική εφημερίδα που είχε ιδρύσει ο πατέρας της, μπαίνοντας κάθε μέρα στο κτίριο που βρίσκεται μέχρι σήμερα που γράφω, στην οδό Εθνάρχου Μακαρίου και Φαληρέως, υπήρχε και υπάρχει η πρώτη μηχανή εκτύπωσης της καθημερινής της «Ελένης Βλάχου»

Καταρχάς, δεν σας κρύβω ότι από την στιγμή που εισχώρησα στα «έργα και τις ημέρες της» θ’ αντιμετωπίζω με άλλον «αέρα» τους διορθωτές των κειμένων μου, οι οποίοι έχοντας κάτι περισσότερο από δίκιο, μου επαναλαμβάνουν ότι έχω «πάρει διαζύγιο» από τα σημεία στίξης!

Η Ελένη Βλάχου λοιπόν υπήρξε τραγικά ανορθόγραφη! Να φανταστείτε ότι εξαιτίας των 648 λαθών που μέτρησε ο δάσκαλός της σ’ ένα κείμενο που έγραψε στο σχολείο, την έπιασε από το αφτί, την έβγαλε από την τάξη, καθώς θεώρησε τουλάχιστον υβριστικό η εγγονή του Άγγελου Βλάχου και του Κωνσταντίνου Κόντου, να γράφει τόσο απαίσια ελληνικά!

Μεγαλώνει δίπλα στις γιαγιάδες της και τα παιδικά της χρόνια ,όπως έχει διατυπώσει η ίδια σε συνεντεύξεις της, χαρακτηρίζονται από μια περίεργη και ευχάριστη μοναξιά. Ο πατέρας της, για χρόνια εξόριστος, με την σύζυγό του να τον ακολουθεί, έχει ως αποτέλεσμα η Ελένη Βλάχου να μένει στο μικρό σπίτι της Γιαγιάς στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο τότε διέθετε ένα μεγάλο περιβόλι και πηγάδι.

Λάτρευε τα ζώα με τα οποία μοιραζότανε τον περισσότερο χρόνο του εικοσιτετράωρου , ένα μοναχοπαίδι που έβρισκε πολύ ενδιαφέρον να κάνει συλλογή ακόμη και από νερόφιδα. Εκείνο το σπίτι της Γιαγιάς της βρισκόταν στην οδό Σωκράτους στο κέντρο της Αθήνας , οικόπεδο που στέγασε χρόνια αργότερα τα γραφεία της Καθημερινής.

Η γιαγιά της η Ελένη, είχε όλη την «τρέλα» μιας γυναίκας με καταγωγή την Κεφαλονιά που είχε κολλητή της φίλη την Συνοδινού. Μάλιστα, όταν η εγγονή της έγραψε ένα γράμμα και το έστειλε στην γιαγιά της για να εξιστορήσει τα παθήματά της από το σχολείο που την είχαν στείλει στην Ελβετία, η γιαγιά της της απάντησε ότι είχαν καταλήξει, διαβάζοντάς το μαζί με την Συνοδινού, πως «μόλις είχε γράψει το πρώτο της χρονογράφημα»

Ελένη Βλάχου: Ανορθόγραφη, αντισυμβατική, πρωτοπόρος, κατηγορούμενη και αδυσώπητα ειλικρινής
Ελένη Βλάχου: Ανορθόγραφη, αντισυμβατική, πρωτοπόρος, κατηγορούμενη και αδυσώπητα ειλικρινής
Ελένη Βλάχου: Ανορθόγραφη, αντισυμβατική, πρωτοπόρος, κατηγορούμενη και αδυσώπητα ειλικρινής

Η μικρή επαναστάτρια

Μέχρι τα 12 χρόνια, σχολείο δεν πήγαινε. Η μητέρα της και ο πατέρας της είχαν επιλέξει μια πολύ επικίνδυνη ζωή και εκείνα τα χρόνια το κυρίαρχο καθεστώς ήθελε τα κορίτσια να μην θεωρείται καθόλου αναγκαίο να μαθαίνουν γράμματα. Όμως, επειδή οι δικοί της θέλανε «αυτό το παιδί να γίνει άνθρωπος» της στέλνανε μια δασκάλα που την έμαθε Αγγλικά και σκάκι!

Μετά από ένα οικογενειακό συμβούλιο, όταν πλησίαζε τα 12, τη στέλνουν στην Ελβετία «εσωτερική». Οι δάσκαλοί της δεν περνάνε καλά μαζί της γιατί ήταν αρκετά «γλωσσού». Δεν της φαινόταν καθόλου φυσιολογικό να βγαίνουν βόλτα υπό βροχή, ούτε να τρώνε κουνέλι βραστό με γλυκιά σάλτσα. Εκείνη λοιπόν σηκωνόταν και, απευθυνόμενη στους δασκάλους της, καταδίκαζε το παράλογο του συστήματος, όσο για τα φαγητά δεν τα θεωρούσε κατάλληλα για παιδιά! Αποτέλεσμα; Η διεύθυνση του σχολείου κάλεσε τους γονείς της να την «μαζέψουν».

Τα ελληνικά της τα έμαθε «ακουστικά», καθώς οι γονείς της μιλούσαν θαυμάσια ελληνικά με αποτέλεσμα εκείνη να μιλάει την γλώσσα μας και να γνωρίζει τις απαραίτητες φράσεις του ωραίου πεζοδρομίου.

Τόσο ο πατέρας της, όσο και η ίδια, δεν ήθελαν με τίποτα ν’ ακολουθήσει την δημοσιογραφία. Στην εφημερίδα ξεκινάει κρατώντας το λογιστήριο για τρία χρόνια.

Ο γάμος, το ταξίδι με το πλοίο και πρώτο χρονογράφημα

Παντρεύεται το 1935 και ο εφοπλιστής Ρεθύμνης την καλεί με τον σύζυγό της να κάνουν ένα ταξίδι με το πλοίο του στην Άπω Ανατολή. Τόσο ο σύζυγός της, όσο και οι φίλοι τους την προτρέπουν να γράψει τις εντυπώσεις από εκείνο το ταξίδι και την πείθουν. Έτσι, το πρώτο ρεπορτάζ – χρονογράφημα ήταν ταξιδιωτικό, το οποίο και δημοσιεύθηκε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας.

Η δημόσια «απολογία» του εκδότη Γιώργου Βλάχου

Ο πατέρας της, τιμώντας τους αναγνώστες και καθώς εκείνη είχε υπογράψει με το επίθετο του συζύγου της ως Ελένη Αρβανιτίδη, έγραψε, “οι αναγνώσται οι οποίοι θα εκπλαγούν ίσως με το όνομα της άγνωστης κυρίας πρέπει να σκεφθούν ότι το δημοσιεύω και το δημοσιεύω στην πρώτη σελίδα, διότι τυχαίνει η κυρία Αρβανιτίδη να είναι κόρη μου”.

Στην ζωή της κατέγραψε και μετέδωσε συνταρακτικά γεγονότα.
Παρακολούθησε ως ανταποκρίτρια τους Ολυμπιακούς αγώνες στο Βερολίνο το 1936. Γνώρισε από κοντά τον Χίτλερ, τον Γκαίμπελς, τον Γκαίρινγκ, τον Κεμάλ. Για τον τελευταίο είχε πει ότι «την τρόμαξε το βλέμμα του», ενώ τον Χίτλερ με το που τον αντίκρυσε τον θεώρησε, όπως δήλωσε αργότερα η ίδια, γελοίο, το ίδιο και τον Μουσολίνι με τον οποίο ταξίδεψε 15 μέρες. Οι αδελφοί Γκριν υπήρξαν προσωπικοί της φίλοι, ενώ την γοήτευσε υπερβολικά ο Ρούσβελτ.

Ελένη Βλάχου: Ανορθόγραφη, αντισυμβατική, πρωτοπόρος, κατηγορούμενη και αδυσώπητα ειλικρινής

Διαβάστε πώς μετέδωσε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο! Είναι τα λόγια της ίδιας έτσι όπως αποκάλυψε τα γεγονότα στον δημοσιογράφο Γιώργο Δουαντζή.

–Πώς σας βρίσκει ο πόλεμος;

– Με βρίσκει έτοιμη, αν μπορώ να πω. Δηλαδή, δεν είχα δυσκολία να βλέπω ότι το μέλλον πάει καλά ή πάει άσχημα ή έρχεται πόλεμος ή δεν έρχεται. Κι επειδή είδα ότι έρχεται πόλεμος, αποφάσισα να πάω σε νοσοκομείο, στον Ερυθρό Σταυρό. Έκανα μάθημα νοσηλευτικό. Και όταν έφθασε ο πόλεμος, είχα τη χαρά να είμαι κιόλας με διπλώματα. Πήγα πλέον σε νοσοκομείο και κατευθείαν σε χειρουργείο. Ήμουνα πολύ προχωρημένη.

–H είδηση της έναρξης του πολέμου πώς έφτασε;

– Κοιτάξτε, ήτανε πραγματικά κάτι το απίστευτο. Ο πατέρας μου ήταν πολύ κοντά τότε με όλους και την κυβέρνηση και τα πρώτα ονόματα. Και το ‘μαθε αμέσως, μέσα στη νύχτα δηλαδή, μόλις έγινε η συνάντηση (σ.σ. του πρωθυπουργού Ι. Μεταξά) με τον Ιταλό πρέσβη. Με πήρε στο τηλέφωνο και μου λέει: “Κατέβα στην Καθημερινή, έχουμε πόλεμο. Θα στείλω να σε πάρουν”. Πράγματι, βγήκα στο δρόμο – τότε καθόμουν σε ένα μικρό δρομάκι εδώ κοντά, οδός Μινέρμου – και ξαφνικά είδα κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Είδα τον πόλεμο να μπαίνει μέσα στα σπίτια. Δηλαδή, άκουγες ένα τηλέφωνο μέσα στη νύχτα. Και μετά ένα φως. Και μετά ένα άλλο φως στο πλαϊνό δωμάτιο. Και μετά άλλο τηλέφωνο και μετά άλλο φως κι άνοιγε ένα παντζούρι και μιλούσανε. Και ξαφνικά μέσα στο δρόμο, είχε μπει ο πόλεμος κι είχε αλλάξει η ζωή.

–Τι έγινε με την Καθημερινή στο διάστημα της Κατοχής;

– Όταν μπήκαν οι Γερμανοί, έκαναν την προσπάθεια να αγοράσουν όλες τις εφημερίδες. Έκαναν πρόταση, ο πατέρας μου δεν δέχθηκε να πουλήσει την εφημερίδα και οι Γερμανοί, πολύ απλά, πέταξαν έξω τον πατέρα μου και μένα και καμιά δεκαριά άλλους. Έβαλαν έναν άνθρωπο να τη διευθύνει. Δεν ασχολήθηκαν πια με την Καθημερινή των Βλάχων. Αν μπορώ να κάνω ένα πήδημα, αυτό μου έδωσε ένα μάθημα. Όταν θέλησα να κλείσω την Καθημερινή επί χούντας, δεν είπα θα την κλείσω, δεν είπα τίποτα. Είπα: “Στάσου να δούμε”. Διότι φοβήθηκα μήπως κάνουν το ίδιο που έκαναν οι Γερμανοί. Να βάλουν έναν άνθρωπο να τη διευθύνει και διώξουν εμάς.

Όταν φεύγουν οι Γερμανοί το 1945, η Ελένη Βλάχου παραλαμβάνει μια εφημερίδα που δεν είχε απολύτως τίποτα! Δεν υπήρχαν χαρτιά, τηλέφωνα και η γειτονιά γύρω – γύρω ήταν καμένη. Ο πατέρας της της ζητάει να γράψει κάτι για την πρώτη σελίδα «έτσι για γούρι». Γράφει ένα κείμενο, ο πατέρας της βάζει ένα «Ε» από πάνω από τον τίτλο που είχε επιλέξει εκείνη και ήταν η λέξη «Αναμονή»

Τα προβλήματα με τους «δικούς της ανθρώπους»

Η Ελένη Βλάχου δεν θα μπορούσε ν’ αποτελέσει εξαίρεση. Το διευθυντήριο της εφημερίδας της πολλές φορές ήταν «απέναντι». Τα πρώτα χρόνια γιατί ήθελαν να «τσεκάρουν» αν αυτό που έλεγε εκείνη ήταν θέση της ίδιας ή του πατέρα της. Μετά τον θάνατό του αν και ήταν εκδότρια, μπροστά της μπορεί να έγνεφαν καταφατικά ότι θ’ ακολουθήσουν την αισθητική και την προσέγγιση της επικαιρότητας έτσι όπως θεωρούσε εκείνη έντιμο αλλά, έκαναν τα «δικά τους». Αυτό το γεγονός υπήρξε και η αιτία να γεννήσει δικής της εφημερίδα: τη Μεσημβρινή αλλά και το ιστορικό περιοδικό «Εικόνες».

Αυτή της την απόφαση την ακολούθησε πανικός, καθώς όλοι πίστευαν ότι θ’ αποτύχει, ότι θα «φάει» όλα τα λεφτά και θα «κλείσει» και τις δύο εφημερίδες. Τους διέψευσε όλους. Εκείνη η εφημερίδα υπήρξε «επαναστατική» ( άλλο σχήμα, φωτογραφίες, αθλητικά ακόμη και τηλεοπτικά ρεπορτάζ αργότερα ), κυκλοφορούσε φυσικά από το μεσημέρι και μετά, ενώ οι συνεργάτες της, το μόνο που ήθελαν να ξέρουν ήταν «τι θα έχουμε στην τελευταία σελίδα».

«Για μια απογευματινή εφημερίδα, η τελευταία σελίδα είναι το πάν»

Όλα πήγαιναν τέλεια, είχαν εκδοθεί και οι « Εικόνες» αλλά ήρθε η δικτατορία!

Από δω και κάτω, διαβάστε ένα κομμάτι της ιστορίας εκείνης της νύχτας, το οποίο, αν και ήμουν πολύ μικρή, μπορώ να το συμπληρώσω εγώ... Ας αρχίσω με την ερώτηση του δημοσιογράφου στην Ελένη Βλάχου:

–Πώς μάθατε ότι έγινε δικτατορία;

-Αυτό μπορώ να σας το κάνω ένα ωραίο δώρο. Εκείνο το βράδυ, πάλι όπως συνέβη με τον πόλεμο, μου τηλεφώνησαν, ήρθε τρεις η ώρα το πρωί ο Κωστάκης ( σ.σ. ο σύζυγός της Kώστας Λούνδρας) και μου λέει: “Κάτι συμβαίνει στην Αθήνα. Δεν ξέρω τι, βλέπω τανκς. Πάμε στην εφημερίδα”. Πήγαμε στην εφημερίδα κι άρχισε αμέσως να φαίνεται ότι υπάρχει κάποια στρατιωτική κίνηση. Να μην σας τα πολυλογώ, εγώ είχα πάντοτε μανία με μαγνητόφωνα και τώρα έχω ένα κομπιουτεράκι δικό μου στην «Καθημερινή» και έβαλα μπροστά ένα μαγνητόφωνο. Και το κράτησα δύο 24ωρα αυτό το μαγνητόφωνο. Δηλαδή, από τη νύχτα που καθίσαμε μέσα και άρχισε να γίνεται γνωστό ότι κάτι συμβαίνει. Ήρθε ένα παιδί, “Έπιασαν τον Κανελλόπουλο” λέει. Αυτό ήταν το πρώτο. Το προφτάσαμε και το βγάλαμε, βγάλαμε μια έκδοση της Καθημερινής γιατί έβγαινε έως εκείνη την ώρα κανονικά.

Ελένη Βλάχου: Ανορθόγραφη, αντισυμβατική, πρωτοπόρος, κατηγορούμενη και αδυσώπητα ειλικρινής

–Και προλάβατε τρεις το πρωί;

– Προλάβαμε, γιατί η Καθημερινή έβγαινε στις τρεις-τέσσερις το πρωί. Αυτά τα τωρινά τα τεμπέλικα, που κλείνουν οι εφημερίδες τα μεσάνυχτα και πάνε όλοι να κοιμηθούν δεν υπήρχαν τότε. Βάλαμε την είδηση, τι συμβαίνει κλπ. Και άρχισε η αγωνία. Και πρέπει να πω ότι αυτό το tape ( σ.σ. μαγνητοταινία ) το οποίο το έχω ολόκληρο – το έχουν μάλιστα πάρει από το BBC, το έχουν μεταφράσει και μεταδώσει, το έχει ακούσει και το Στρασβούργο – έχει όλη την αγωνία εκείνης της νύχτας.

–Ποιες οι πρώτες εκτιμήσεις;

– Είμαστε καμιά εικοσαριά άνθρωποι, δημοσιογράφοι, και λέγαμε: “Τι θα γίνει; Τι είναι αυτό;” Και πέσαμε διάνα. Θα είναι μια καταστροφή, θα έρθουν άνθρωποι σαν αεροπειρατές να πάρουν τον τόπο για το δικό τους συμφέρον. Θα πουν ότι κινδυνεύουμε από κομμουνιστές, ψέματα. Δηλαδή είναι γραμμένα πράγματα τα οποία είναι ανατριχιαστικά. Αλήθεια σας λέω.

–Η εφημερίδα κυκλοφόρησε και το μοναδικό της φύλλο επί χούντας ήταν αυτό.

-Ναι. Εν τω μεταξύ έρχονται αξιωματικοί, κλείνει το τυπογραφείο, κλείνει το πιεστήριο, κλείνουν την πόρτα μας και μένουμε μέσα.

(Η είδηση της σύλληψης του Παναγιώτη Κανελόπουλλου εκείνη τη νύχτα, που αποτέλεσε πρώτο θέμα για την Καθημερινή, με δεδομένο ότι υπήρξε στενότατος συγγενής της οικογένειας του πατέρα μου, είχε κρατήσει σε μια απίστευτη αναμονή την οικογένειά μας. Θυμάμαι, όσο μπορώ να θυμηθώ γιατί δεν είχα αρχίσει ακόμη να πηγαίνω σχολείο, ότι η μητέρα μου προσπαθούσε να μιλήσει στο τηλέφωνο με την αδελφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή την Αμαλία Λιάπη, υπήρχε πρόβλημα στις επικοινωνίας, εγώ ήμουνα σίγουρη ότι είχαμε πόλεμο και η μαμά έλεγε στους φίλους μας ότι συλλάβανε τον Θείο Παναγιώτη Όλοι περίμεναν την έκδοση της «Καθημερινής» με μένα να φοβάμαι ότι από στιγμή σε στιγμή θα έπρεπε ν’ αφήσουμε το σπίτι , κυνηγημένοι! Θυμάμαι τα κλάματα της μητέρας μου και το ότι η νύχτα έγινε ακόμη πιο τρομακτική, όταν άντρες της στρατονομίας πήγαν στο σπίτι του αγαπημένου μου Νονού, Παναγιώτη Λουμάκη, ταξίαρχου τότε στο βαθμό να απαιτήσουν να τους ακολουθήσει για ανάκριση… Είχε προηγουμένως μιλήσει με την μητέρα μου και λίγο πριν είχε συλληφθεί ο Κανελλόπουλος )

Η αντίστροφη μέτρηση για να «τελειώσει» το σύστημα της εποχής και την Βλάχου, είχε ξεκινήσει. Αν και την διαβεβαίωναν ότι δεν θα ήθελαν ποτέ να κλείσουν το “Ευαγγέλιο” της χώρας. Η Βλάχου δεν υποκύπτει στα «ταξίματα», δημοσιεύει και στέλνει επιστολές στους φίλους της στο εξωτερικό για να δημοσιεύουν και οι ξένες εφημερίδες. Όπως ήταν αναμενόμενο, έπρεπε να «τελειώσουν» μαζί της. Την κρατάνε σε περιορισμό, χωρίς τηλέφωνο και επικοινωνία με κανέναν. Δύο μήνες αργότερα, δραπετεύει σαν τον «Φαντομά», πηδώντας από Ταράτσα σε Ταράτσα. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καλά για τον δεύτερο σύζυγό της, τον Λούνδρα, ο οποίος συλλαμβάνεται από τους συνταγματάρχες.

Η πτώση και η πώληση της Καθημερινής

Όταν η Ελένη Βλάχου γυρίζει με την μεταπολίτευση τίποτα πια στις συνήθειες του κόσμου δεν ήταν ίδιο. Οι άνθρωποι δεν διάβαζαν πρωινές εφημερίδες πια. Η εφημερίδα είχε μείνει τεχνολογικά πολύ πίσω... οι μηχανές είχαν αλλάξει με αποτέλεσμα η Ελένη Βλάχου ,αν και κάνει τα πάντα για να κρατήσει την εφημερίδα , βρίσκεται καταχρεωμένη . Το μεγάλο ερώτημα που της θέτει και ο δημοσιογράφος είναι:

«Γιατί η Καθημερινή στον Κοσκωτά» ;

-Διότι, επί δύο χρόνια αναζητούσα αγοραστή. Όλοι οι άλλοι αγοραστές ήταν χειρότεροι από τον Κοσκωτά. Είχαν χρέη, όσα είχα κι εγώ. Ερχόντουσαν και μου έλεγαν: “Θέλω να αγοράσω την Καθημερινή». Έλεγα: “Καλά, εσύ χρωστάς λεφτά, όπως οι Μποτσαίοι οι οποίοι το έκαναν ίδρυμα”. Μου έλεγαν: “Γιατί δεν το κάνεις ίδρυμα;” Λέω: “Μα τα ιδρύματα γίνονται βάσει πλούτου και όχι βάσει χρεών. Τώρα το ίδρυμα Μπότση κάθε χρόνο – θα με συγχωρήσετε αλλά θα το πω – είναι εντελώς γελοίο να δίνει βραβεία και να κλείνει την εφημερίδα (σ.σ. την εφημερίδα Aκρόπολις).

«Εξαντλήσατε τα όρια».

-Εξάντλησα τα όρια και, εν τω μεταξύ, χρεωνόμουν, διότι δεν έβγαινα. Κι έχω και δυο παιδιά, διότι μέσα στα οικογενειακά μου, ο Κωστάκης, ο άνδρας μου είχε δύο αγόρια τα οποία εγώ υιοθέτησα εδώ και τριάντα χρόνια. Και τα αγαπώ και με αγαπάνε και δεν είχα διάθεση να τους αφήσω ένα ερείπιο καταχρεωμένο. Είπαμε μια μέρα ότι πρέπει να την πουλήσουμε.

«Είχατε εκφραστεί πολύ θετικά για τον Kοσκωτά»

-Μα, δεν είχα κανένα λόγο, ούτε έχω κανένα λόγο αυτή τη στιγμή να πω ότι με γέλασε. Βέβαια, δεν ήξερα ότι ήταν απατεών. Ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι ένας άνθρωπος που τοποθετεί πέντε εκατομμύρια δολάρια για μηχανήματα, χτίζει πέντε σπίτια, κάνει πέντε παιδιά, έχει σκοπό όλα αυτά τα πράγματα να τα πετάξει στον τενεκέ; Θα μου πείτε ήταν ένας χαρισματικός απατεώνας, αλλά θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι όλοι οι απατεώνες είναι χαρισματικοί...

Respect Ελένη Βλάχου.

Ελένη Βλάχου: Ανορθόγραφη, αντισυμβατική, πρωτοπόρος, κατηγορούμενη και αδυσώπητα ειλικρινής

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ