GR US

L’ IMPORTANT C’ EST D’ AIMER

Από τον Τάσο Κατρή Θεοδωρόπουλο
 

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΕΙ ΤΗΛΕΦΩΝΟ
(και άλλα σημάδια της φύσης)

l’ important c’ est d’ aimer

Ο ΤΑΖ βουτάει στα παραπεταμένα σου, ψάχνοντας εκείνο το τσαλακωμένο ασημόχαρτο από τσιγάρα πακέτο κασετίνα, που πέταξες στα σκουπίδια αλλά ακόμα λάμπει από συναίσθημα και αιμορραγεί για την κλεμμένη μας ομορφιά.

Περιμένεις να σε πάρει τηλέφωνο. Έτσι είναι το παιχνίδι. Αν πάρεις εσύ, δεδομένος πια, παιχνίδι δεν υπάρχει, λες. Αγκαλιά με ένα μπουκάλι βότκα, μια σακούλα πατατάκια, ένα πακέτο τσιγάρα και δύο xanax για την ώρα που θα σπάσεις. Περιμένεις να σε πάρει τηλέφωνο, με τα χέρια σου λαδωμένα από τα πατατάκια, καταστρέφοντας την αισθητική του πάθους με τα λιπαρά σου δάχτυλα και το στόμα μπουκωμένο με τα τσιπς. Απαντάς στο πάθος διαλύοντας του το κάδρο, σαν να πετάς νερό σε υγρή ακουαρέλα, όλα μια μουντζαλιά, ένας πατατοφάγος Τζάκσον Πόλοκ πνιγμένος στο αλκοόλ και τον καπνό από τα τσιγάρα. Μετατρέποντας σε σημάδια τα ασήμαντα. Τυλίγεις το πακέτο από τα πατατάκια και σημαδεύεις τον κάδο των σκουπιδιών. «Τρεις φορές» λες. «Θα πετάξω την πατατοσακούλα τρεις φορές, κι αν μπει μέσα, αυτό είναι σημάδι και θα πάρω πρώτος τηλέφωνο». Δεν μπαίνει μέσα. «Άλλες τρεις ακόμα» δίνεις παράταση.

Ψάχνεις για ένα σημάδι, ένα αόρατο μήνυμα από το χαοτικό πλεκτό των μαθηματικών συμπτώσεων, για να κρατηθείς, να καθοδηγηθείς. Τις πινακίδες στα αυτοκίνητα που περνούν κάτω από το παράθυρο σου, το πόσες φορές θα δείξει διαφήμιση με σερβιέτες η τηλεόραση στο διάλλειμα της σειράς, το σκορ σε ένα ηλεκτρονικό που παίζεις στο κινητό σου. Βγαίνεις έξω. Περπατάς σε μια πόλη παραδομένη στα σουβλατζίδικα. Πρώτη φορά το βλέπεις και σου προκαλεί φρίκη, τα μισά κρεοπωλεία, έχουν σηματάκι ζωγραφιστό, μια κότα, ένα γουρουνάκι, ένα βόδι που χαμογελάει. Σε πιάνει εμετός. Το βλέπεις μπροστά σου, ένα σφαχτό να χαμογελάει κάτω από τον μπαλτά. Να του κόβει το κεφάλι ο χασάπης κι αυτό εκεί, ευτυχισμένο να σου χαμογελάει ευγνώμων που θα το φας. Σαν την αγελάδα στα τρίγωνα τυράκια. Kαμία αισθητική για τους μελλοθάνατους. Καμία ελπίδα για τους ζωντανούς. Και η αφυσικότητα κανόνας και pop art. Σαν τις διαφημίσεις των τσιγάρων, υγιή εικοσάχρονα μοντέλα, με κατάλευκα χαμόγελα και πόζα μπέιμπι ντολ. Το ‘χει αυτό το χρώμα ο καρκίνος το λευκό, και τη χάρη όλη. Ή εκείνες τις άλλες, με τη γριά που κατουριέται αλλά τα εγγόνια της αγοράζουν πάνες για την ακράτεια κι αυτή αισθάνεται έτοιμη για άλμα επί κοντό. Ή το ζευγάρι των 60χρονων, που φοράει μασέλες, αλλά άμα βάλει την ειδική κόλα, δεν ξεκολλάει η μασέλα με τίποτα, και το κάνουν δαγκωτό.

Προέκταση σου είναι όλα, και εικόνα η ανοχή σου. Αν μπορείς να ερωτεύεσαι με τα χέρια λαδωμένα από πατατάκια, τότε καλά κάνει η σφαγμένη κότα και σου γελά. Μήπως και δεις το σημάδι, αλλά εσύ εκεί, να το ψάχνεις στα τυφλά, σε πινακίδες και σκουπίδια μπασκετ μπολ. Ανίκανος να ερμηνεύσεις το τέρας που γεννάς, το βαφτίζεις φρίκη, και το ξορκίζεις με αστρολόγους κι αγιασμούς. Το κακό. Που είσαι εσύ. Κι όχι οι άλλοι. Λησμονημένος να θυμάσαι, και αν είσαι ανάμνηση να λησμονείς. Το χαμόγελο σου το παιδικό, την καθαρότητα των ματιών σου στην αγκαλιά, την όρεξη σου για τρεχάλα και παγωτό μεσ’ τη βροχή. Ραμμένος μέσ’ τον καναπέ σου, αφορίζεις και γίνεσαι η αφορμή. Για να γελάσει η κότα το σφαχτάρι ειρωνικά με την ευδαιμονική σου καταρροή. Ασύνδετος από το σύμπαν, τον κόσμο, τα αστέρια, τη μουσική, αναζητάς τον έρωτα με λιγδιασμένο πάθος, κοιτώντας ένα τηλέφωνο βουβό. Αναζητώντας παρηγοριά σε άσμα λαϊκό «δώδεκα, κι ούτε ένα τηλεφώνημα, και η ελπίδα μου κρεμάστηκε, και μάθε τέχνη κι άστηνε κι άμα πεινάσεις πιάστηνε».

Θυμάμαι μια φίλη, Μ. τη λέγανε και την αγαπώ πολύ, τη βάζω κι εγώ σημάδι όταν τα κομμάτια μου δεν μπαίνουν στο παζλ, και της λέω «ψιτ, εσύ εκεί πάνω…» (λέω πάνω γιατί φαντάζομαι πάντα από όταν άφησε τους αγαπημένους της σε αυτή τη γη, ότι κάθεται πάνω από το κουρτινόξυλο και μας κοιτάει, και σαν τρελή γελάει) «ψιτ, φύγε από κει παιδάκι μου να μου κάτσει το γκομενικό, σαρδανάπαλο με έκανες πάλι με τα καμώματά σου». Αυτή τη Μ. να σου πω πως γίναμε φίλοι μαζί, μια μέρα τυχαία βρεθήκαμε και της είπα, « όταν φιλάω στο στόμα έναν άνθρωπο όσο με νοιάζει να είναι όμορφος αυτός και να τον αγαπάω άλλο τόσο με νοιάζει και το φόντο να είναι όμορφο. Γιατί πώς να στο μωρέ παιδάκι μου, είναι σαν να είμαι από τη μία εκεί με αυτόν που τον φιλάω, και να είμαι και απέναντι σαν κάμερα και να μας παρακολουθώ. Αν δεν είναι ωραίο το κάδρο τι να το κάνεις;» κι έτσι αγαπηθήκαμε. Θυμάμαι και έναν άλλο φίλο τον Μ. (ουπς, να το το σημάδι, και τα δύο ονόματα αρχίζουν από το ίδιο γράμμα, τι να σημαίνει αυτό;) που μου έκανε τέτοιο κάζο μέχρι να μάθω να τρώω σαν άνθρωπος και να μην κουνάω το μαχαιροπήρουνο σαν τους ανεμιστήρες του Δον Κιχώτη, που δεν το φαντάζεσαι. Και πόσο τον ευγνωμονώ γι αυτό (παρ’ όλο που αν με δεις να τρώω, θα με σιχαθεί η ψυχή σου αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία).

Ο Μ. μαλώνει κι αυτός πλέον στον ουρανό, με τη Μ. πάνω στο κουρτινόξυλο για το ποιος θα πιάσει την πιο ωραία θέση. Κι εσύ, δηλαδή εγώ, περιμένεις το τηλέφωνο με τα χέρια σου βουτηγμένα σε πατατάκια κι αλκοόλ. Αντί να σηκώσεις πρώτος το ακουστικό. Αν πέσει το κουρτινόξυλο και σε πλακώσει ποιος θα φταίει; Η κότα η σφαγμένη που γελά;

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ