GR US

Ο Ντικ του Ρίτσου. Ο Ντικ που αγάπαγε τους εξόριστους και γι’ αυτό τον σκότωσαν

Ο Ντικ του Ρίτσου. Ο Ντικ που αγάπαγε τους εξόριστους και γι’ αυτό τον σκότωσαν

Την ιστορία την έμαθα απο τον ίδιο λίγο πριν φύγει απο την ζωή. Το πως τον συνάντησα θα το μάθετε αμέσως , ενώ η σύζυγος του Βαρβάρα περιγράφει με μοναδικό τρόπο την ιστορία του Ντικ του Ρίτσου και της ελεύθερης Ελλάδας.

Το Είχα την τύχη πριν από μερικά χρόνια να πουλήσω τον πρώτο όροφο του σπιτιού μου σ’ έναν διακεκριμένο Έλληνα κτηνίατρο, ο οποίος είναι εξειδικευμένος στις αποκαταστάσεις θρυμματισμού οστών σκύλων και γατιών. Όταν έμαθα ότι και η σύζυγός του και ο ίδιος είναι κτηνίατροι, ένιωσα ότι τα τόσα πλάσματα που ήρθαν στη ζωή μου, για να με μάθουν αυτά που μόνο τα τετράποδα πλάσματα μπορούν να διδάξουν τους ανθρώπους, μόνο τυχαίο δεν ήταν. Λίγο καιρό μετά την εγκατάσταση του ζευγαριού, γνώρισα τους γονείς του Στέργιου. Τον Γρηγόρη και τη Βαρβάρα. Ο Γρηγόρης και η Βαρβάρα μεγάλωσαν στη Λήμνο, εκεί γνωρίστηκαν, αγαπήθηκαν, παντρεύτηκαν και δημιούργησαν δύο υπέροχους γιους, τον Στέργιο και τον Κωστή. Ο Γρηγόρης,ήταν το αγόρι που είχε ν’ αργοπεθαίνει ο Ντικ του Ρίτσου... Ετσι αποφάσισε να γίνει κτηνίατρος. Το όνειρό του πραγματοποιήθηκε. Πήγε στην Τυνησία και μετά άσκησε ως καθηγητής την Κτηνιατρική στην Ιταλία. Ο πρώτος τους γιος, κτηνίατρος επίσης και συγκάτοικός μου…

Θέλω από εδώ να ευχαριστήσω από καρδιάς τη Βαρβάρα, την ευχαριστώ που έγραψε για τη βιωματική εμπειρία ενός παιδιού που είδε να συμβαίνει αυτό που ο Ρίτσος το έκανε ποίηση και στη συνέχεια έγινε ύμνος των αγωνιστών. Καλή σας ανάγνωση…

Ο Ντικ του Ρίτσου. Ο Ντικ που αγάπαγε τους εξόριστους και γι’ αυτό τον σκότωσαν
Ο Ντικ του Ρίτσου. Ο Ντικ που αγάπαγε τους εξόριστους και γι’ αυτό τον σκότωσαν
Γράφει η Βαρβάρα Βαγιάκου-Βλαχοπούλου

Ναι... τα τραγούδια γράφονται όταν μιλά η ψυχή! Και όταν το τραγούδι είναι ποίηση του μεγέθους ΡΙΤΣΟΥ, μελοποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο και ερμηνευμένο από εκφραστικούς αοιδούς, όπως η Μαρία Δημητριάδου και ο Σάκης Μπουλάς, δεν μιλά απλά. Πάλλει και δονεί ψυχικές χορδές και συνάμα διηγείται. Διηγείται την ιστορία του…
Την ιστορία του Ντικ της ομάδας του Μούδρου τη γνωρίζω από πρώτο χέρι, που λένε. Όταν για πρώτη φορά ανακάλυψα το τραγούδι στο YouTube... ανατρίχιασα. Η ιστορία του είναι δεμένη με τον άνθρωπό μου. Μου την είχε διηγηθεί πολλές φορές. Ήταν ένα χαλκόχρωμο πια τατουάζ, σταμπωμένο στην παιδική του ψυχούλα!
Ο Ντικ ήταν ένα αδέσποτο του Μούδρου της εποχής του Εμφυλίου. Μια ομάδα εξορίστων (η ομάδα του Μούδρου), που πάλευε τότε για το «μεγάλο μνημείο των ηρώων της δικής τους επανάστασης», είχε δεθεί μ’ αυτό το σκυλί. Του έδειχναν αγάπη, κι αυτό ανταπέδιδε και σαν φίλος πιστός συνοδοιπορούσε τρόπον τινά με το καρδιοχτύπι της πέτρινης μοναξιάς και της σκληρής διαβίωσης. Μέρος της ομάδας και ο Γιάννης Ρίτσος.
Πόσο μπορεί να ενοχλήσει το χαρακτηριστικό κούνημα μιας σκυλίσιας ουράς;
Τόσο όσο χρειαζόταν ο τότε χωροφύλακας να δείξει το «δεξί» του δόντι, να οπλίσει το όπλο του μίσους και να ρίξει. Να ρίξει μια «δήθεν αδέσποτη» για να εκδικηθεί την ελευθερία του πνεύματος μιας συγκεκριμένης εποχής. Το πληγωμένο αιμόφυρτο ζώο έσυρε τον θάνατό του σε μια νεροπαγίδα του δρόμου, μπροστά στα πόδια ενός περαστικού δεκατετράχρονου, που ακόμα έγραφε με κιμωλία τα παιδικάτα του. Η νεροπαγίδα άρχισε να χρωματίζεται ροζ. Το αγόρι, που γνώριζε καλά τον Ντικ, έσκυψε, σήκωσε το λασπωμένο λαβωμένο ζώο και τρεχάτο χτύπησε την πόρτα του γνωστού γιατρού του χωριού. Η πινακίδα «κάτω οι τύραννοι», που ο Ντικ κρατούσε στο ζερβί του δόντι... είχε πια πέσει!!!
Ο γιατρός χάιδεψε το γνωστό κεφαλάκι του αγοριού και με πόνο είπε: «Πάμε να το θάψουμε παρέα, Γρηγοράκη».
Κι ενώ ο Ρίτσος έγραφε τη βαθυστόχαστη ποίησή του... ο Γρηγοράκης με τον γκασμά έσκαβε τον λάκκο που θα σκέπαζε την αγάπη των εξορίστων της ομάδας του Μούδρου... και το μίσος του χωροφύλακα της ταραγμένης εκείνης εποχής. Συγχρόνως, ο Γρηγοράκης έπαιρνε απόφαση ζωής να γίνει κτηνίατρος... Και έγινε!
Να μπορούσε να θάψει το μίσος για πάντα! Όχι αυτό του Εμφυλίου. Αυτό το «έθαψε» η ιστορία ύστερα από πολύχρονο λιβάνισμα που ακόμα κρατά η οσμή του.
Το άλλο μίσος! Αυτό το ανεξήγητο, το αδυσώπητο, το «ανθρώπινο» μίσος κατά των φοβισμένων ουρών που κρύβονται στα σκέλια των αδέσποτων. Τα αδέσποτα δεν έχουν πού να χαρίσουν το μοναδικό τους δώρο, το κούνημα της ουρίτσα τους, και την εμπιστεύονται στη δυσπιστία τους για τον «άνθρωπο». Αρκεί μια χρυσόμυγα του Αυγερινού της αγάπης να χαϊδέψει τα απογοητευμένα τους αυτάκια, κι αυτά θα στηθούν, θα αφουγκραστούν τα ψίχουλα που πέφτουν... και θα μας χαρίσουν το πολυτιμότερό τους δώρο... ΤΟ ΚΟΥΝΗΜΑ ΤΗΣ ΟΥΡΙΤΣΑΣ ΤΟΥΣ!.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ